Documents in: Bahasa Indonesia Deutsch Español Français Italiano Japanese Polski Português Russian Chinese Tagalog
International Communist League
Home Spartacist, theoretical and documentary repository of the ICL, incorporating Women & Revolution Workers Vanguard, biweekly organ of the Spartacist League/U.S. Periodicals and directory of the sections of the ICL ICL Declaration of Principles Other literature of the ICL ICL events

Αρχείο

No. 22, Απρίλιος 2014

Ουκρανικό Πραξικόπημα: Αιχμή του Δόρατος οι Φασίστες
Υποστηριζόμενο από τους Ιμπεριαλιστές των ΕΕ/ΗΠΑ

Η Κριμαία Eίναι Ρωσική

Στις 18 Μαρτίου, η Κριμαία επανενώθηκε επίσημα με τη Ρωσία, καθώς ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν υπέγραψε μια συμφωνία επανένωσης με τον ομόλογό του από την Κριμαία. Αυτό συνέβη δύο μέρες αφότου η Κριμαία ψήφισε σχεδόν με ποσοστό 97 τοις εκατό υπέρ της απόσχισης από την Ουκρανία και της ενσωμάτωσής της στη Ρωσία, με τη συμμετοχή σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες, του 83 τοις εκατό του εκλογικού σώματος στην ψηφοφορία. Όμως η μεγάλη επιθυμία του πληθυσμού της Κριμαίας να επανενωθεί με τη Ρωσία, είναι ασήμαντη για τους δυτικούς ιμπεριαλιστές. Η διακυβέρνηση Ομπάμα και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί της έχουν αρνηθεί να αναγνωρίσουν την επανένωση της Κριμαίας με τη Ρωσία. H Ουάσιγκτον και η ΕΕ επέβαλλαν ένα νέο γύρο κυρώσεων σε βάρος της Ρωσίας, οι οποίες περιλαμβάνουν απαγορεύσεις στις μετακινήσεις και το πάγωμα των περιουσιακών στοιχείων, με στόχο αξιωματούχους. Εμείς λέμε: Όχι στις κυρώσεις ενάντια στη Ρωσία!

Ενώ ο Πούτιν επικύρωνε την προσχώρηση της Κριμαίας στη Ρωσική Ομοσπονδία, στις Βρυξέλλες ο Αρσένι Γιατσένιουκ, διορισμένος πρωθυπουργός της Ουκρανίας αμέσως μετά το στηριζόμενο από ιμπεριαλιστές και μολυσμένο από φασίστες πραξικόπημα στο Κίεβο, υπέγραφε μία «συμφωνία σύνδεσης» με την ΕΕ. Σε μία ακόμα πρόκληση κατά των Ρώσων, οι ιμπεριαλιστές της ΕΕ έχουν επισπεύσει παρόμοιες συμφωνίες με δύο πρώην σοβιετικές δημοκρατίες – τη Γεωργία και τη Μολδαβία. Εντωμεταξύ οι πολεμικές προκλήσεις από το ΝΑΤΟ εξακολούθησαν αμείωτες. Σε μία συνεδρίαση της 6ης Μαρτίου ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Άντερς Φο Ράσμουσεν διαβεβαίωσε τον Γιατσένιουκ ότι το ΝΑΤΟ «θα ενισχύσει τις προσπάθειές μας να οικοδομήσουμε την ικανότητα του ουκρανικού στρατού, μεταξύ άλλων και με τη διεξαγωγή περισσότερων κοινών εκπαιδεύσεων και ασκήσεων». Ήδη οι ΗΠΑ έχουν στείλει δώδεκα πολεμικά αεροσκάφη και 300 μέλη προσωπικού στην Πολωνία αμέσως μετά τη ρωσική επέμβαση στην Κριμαία. Και ενώ οι σχεδιασμένες κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με τη Ρωσία ματαιώθηκαν, περίπου 1.300 στρατιώτες είναι έτοιμοι να λάβουν μέρος στη «Γρήγορη Τρίαινα», μία στρατιωτική άσκηση στη Λβιβ της δυτικής Ουκρανίας. Είναι στo συμφέρον των εργαζομένων διεθνώς να εναντιωθούν σε αυτή την ιμπεριαλιστική πολεμοκαπηλεία.

Το άρθρο που ακολουθεί είναι προσαρμοσμένο από το Workers Vanguard, No 1041, 7 Μαρτίου. Έχουμε παραλείψει τη δεύτερη φράση (με τα πλάγια γράμματα) από την πρόταση του αρχικού άρθρου η οποία λέει: «Για τους Μαρξιστές είναι σωστό από θέση αρχής να υποστηρίξουν τη ρωσική επέμβαση στην Κριμαία στο βαθμό που η Ρωσία θα παραχωρούσε ειδικά δικαιώματα στη μειονότητα των Τατάρων της Κριμαίας, οι οποίοι υφίστανται μεγάλη καταπίεση κάτω από την ουκρανική εξουσία». Επίσης έχουμε παραλείψει ολόκληρη την πρόταση η οποία λέει: «Για παράδειγμα, αν οι ρωσικές δυνάμεις χρησιμοποιήσουν την κατάληψη της Κριμαίας για να εντείνουν την καταπίεση των Τατάρων, τότε θα ήταν λάθος από θέση αρχής να στηρίξουμε τη ρωσική επέμβαση». Όπως σημειώθηκε σε μία πρόταση που ψήφισε η Διεθνής Γραμματεία στις 28 Μαρτίου: «Κάνοντας την εθνική αυτοδιάθεση της Κριμαίας εξαρτώμενη από την επέκταση ειδικών δικαιωμάτων στους Τατάρους από την κυβέρνηση του Πούτιν, όπως και κάναμε, υποσκάψαμε τη σωστή θέση μας ότι η Κριμαία είναι Ρωσική». Επιπλέον, όπως δήλωνε το ψήφισμα «ποτέ δεν έχουμε κάνει το κάλεσμα για την ανεξαρτησία του Κεμπέκ εξαρτώμενο από την παραχώρηση πλήρων δικαιωμάτων στον πληθυσμό των Αυτόχθονων Ινδιάνων από την αστική τάξη του Κεμπέκ».

***

3 ΜΑΡΤΙΟΥ – Όσο ο ισχυρός άνδρας της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν ανέπτυσσε στρατεύματα στην Κριμαία, μετά από απόφαση του ρωσικού κοινοβουλίου, ο δυτικός προπαγανδιστικός μηχανισμός έφτασε στα όρια υστερικού παροξυσμού. Ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζον Κέρι δήλωσε πως η Ρωσία θα πληρώσει «ένα τεράστιο τίμημα» για την εισβολή που διέπραξε, απειλώντας την αποβολή της Ρωσίας από την ιμπεριαλιστική Ομάδα των 8 και το πάγωμα των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό. Χωρίς το παραμικρό ίχνος ειρωνείας, ο Κέρι αποφάνθηκε με στόμφο: «Απλώς μη συμπεριφέρεστε στον 21ο αιώνα με τον τρόπο του 19ου αιώνα εισβάλλοντας σε μία άλλη χώρα με μία απόλυτα κατασκευασμένη πρόφαση». Το Αφγανιστάν, το Ιράκ, η Λιβύη, η Συρία κ.τ.λ. – ο κατάλογος των χωρών που απειλήθηκαν και δέχτηκαν εισβολή από τις ΗΠΑ και τους Βρετανούς ιμπεριαλιστές «στον 21ο αιώνα» είναι ατελείωτος. Πράγματι, τα γεγονότα στην Ουκρανία έχουν πάνω τους το αποτύπωμα κυρίως των Αμερικανών ιμπεριαλιστών καθώς και αυτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).

Η επέμβαση της Ρωσίας στην Κριμαία είναι μία άμεση απάντηση στην ανατροπή της κυβέρνησης στην ουκρανική πρωτεύουσα του Κιέβου. Στις 22 Φεβρουαρίου, ο διεφθαρμένος φιλορώσος πρόεδρος Βίκτορ Γιανουκόβιτς, ανατράπηκε από ένα δεξιό πραξικόπημα με αιχμή του δόρατος τους φασίστες και υποστηριζόμενο από τις ΗΠΑ και την ΕΕ· ως επακόλουθο ο Γιανουκόβιτς διέφυγε στη Ρωσία. Οι τραμπούκοι που εκτόξευαν βόμβες μολότοφ και οι οποίοι βρίσκονταν επί τρεις μήνες στην κεφαλή των μαζικών κινητοποιήσεων στους δρόμους του Κιέβου, καταλαμβάνοντας κυβερνητικά κτίρια και αντιμετωπίζοντας βίαια την αστυνομία, τώρα έχουν το πάνω χέρι. Οι φασίστες του κόμματος Σβόμποντα (Ελευθερία) έχουν έναν αναπληρωτή πρωθυπουργό και αρκετούς υπουργούς στη νέα κυβέρνηση. Ο συνιδρυτής του Σβόμποντα Αντρέι Παρούμπι είναι τώρα ο επικεφαλής του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και Άμυνας, το οποίο έχει την εποπτεία των ενόπλων δυνάμεων. Ο νέος αναπληρωτής πρωθυπουργός και Υπουργός Οικονομικών είναι ο Ολεξάντερ Σικ από το Σβόμποντα, ένας βουλευτής διαβόητος για τις προσπάθειές του να απαγορευτούν όλες οι αμβλώσεις, ακόμα και σε περίπτωση βιασμού. Ενώ ο Αρσένι Γιατσένιουκ, ο αγαπημένος της Ουάσιγκτον και αρχηγός του κόμματος της Πατρίδας, είναι τώρα επικεφαλής ως πρωθυπουργός, οι τραμπούκοι της πλατείας Μαϊντάν συνεχίζουν να υπαγορεύουν την πολιτική [της χώρας].

Η κατάληψη της εξουσίας από ένα δεξιό ουκρανικό εθνικιστικό πραξικόπημα τρόμαξε τους πληθυσμούς στις ρωσόφωνες περιοχές, ειδικά στην ανατολική και νοτιοανατολική Ουκρανία. Πραγματικά, μία από τις πρώτες ενέργειες του νέου καθεστώτος ήταν να καταργήσει ένα νόμο του 2012 που επέτρεπε την επίσημη χρήση των ρωσικών καθώς και άλλων μειονοτικών γλωσσών. Αυτό σωστά θεωρήθηκε ως μία επίθεση στις μη ουκρανικές μειονότητες, προκαλώντας εκτεταμένες διαδηλώσεις, ακόμα και στη Λβιβ, όπου οι φασίστες έχουν μία σημαντική βάση υποστηρικτών. Οι δεκατρείς από τις 27 περιοχές της Ουκρανίας, κυρίως της ανατολικής Ουκρανίας, είχαν υιοθετήσει ως δεύτερη επίσημη γλώσσα τα ρωσικά και δύο δυτικές περιοχές υιοθέτησαν τα ρουμανικά, τα ουγγρικά και τα μολδαβικά. Στην Κριμαία – όπου το 58,5 τοις εκατό του πληθυσμού είναι ρωσικής εθνικότητας, 24,4 τοις εκατό Ουκρανοί και 12,1 Τάταροι – ο νέος σοβινιστικός νόμος του Κιέβου επέφερε ιδιαίτερα σκληρό πλήγμα, καθώς περίπου το 97 τοις εκατό των δύο εκατομμυρίων κατοίκων της περιοχής χρησιμοποιούν τα ρωσικά ως την κύρια γλώσσα τους, άσχετα από την εθνική τους προέλευση.

Ο ρωσικός στρατός, με τη βοήθεια τοπικών δυνάμεων «αυτοάμυνας», έχει θέσει υπό έλεγχο την Αυτόνομη Δημοκρατία της Κριμαίας. Σύμφωνα με πληροφορίες, η πλειοψηφία των ουκρανικών στρατευμάτων στην Κριμαία έχει αλλάξει πλευρά και κάποιοι έχουν παραιτηθεί. Στο μεταξύ, ο αρχηγός του ουκρανικού στόλου αυτομόλησε στη ρωσική πλευρά, όπως και 800 μέλη προσωπικού μίας ουκρανικής αεροπορικής βάσης στην Κριμαία. Η αναταραχή έχει επίσης εξαπλωθεί στην ανατολική Ουκρανία.

Υπάρχουν πολυάριθμα ρωσικά στρατεύματα και ναυτικά πληρώματα στη χερσόνησο της Κριμαίας. Σε συμφωνία με τις προηγούμενες ουκρανικές κυβερνήσεις, η πόλη της Σεβαστούπολης είναι η έδρα του Ρωσικού Στόλου της Μαύρης Θάλασσας.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η νέα ουκρανική κυβέρνηση έχει καταγγείλει την επέμβαση του Πούτιν ως μία ρωσική αρπαγή ουκρανικού εδάφους και οι αστοί ειδήμονες έχουν κάνει συγκρίσεις με τον Ρωσο-Γεωργιανό πόλεμο του 2008. Η ρωσική στρατιωτική επέμβαση στην Κριμαία δεν έχει κοινά με εκείνον τον πόλεμο, στον οποίο ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις εισήλθαν στην επικράτεια της Γεωργίας. Σε εκείνον τον πόλεμο, οι Μαρξιστές είχαν μία θέση επαναστατικού ντεφετισμού, απέναντι και στις δύο αστικές στρατιωτικές δυνάμεις. (Η Γεωργία στηριζόταν από τον δυτικό ιμπεριαλισμό.)

Αντίθετα με τον τρόπο που παρουσιάζεται συχνά στα δυτικά ΜΜΕ, η ρωσική επέμβαση στην Κριμαία δεν είναι μία επέμβαση σε «ξένη χώρα», παρά το επίσημο καθεστώς της Κριμαίας ως τμήματος της Ουκρανίας. Η Κριμαία είναι Ρωσική από τα τέλη του 18ου αιώνα, όταν αποσπάστηκε βίαια από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ήταν μόλις το 1954 που ο τότε σοβιετικός ηγέτης Νικίτα Χρουστσόφ παραχώρησε την Κριμαία στη Σοβιετική Δημοκρατία της Ουκρανίας. Αργότερα, με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, αυτό έγινε σημαντικό καθώς η μοίρα της περιοχής υπήρξε αντικείμενο έντονων διαμαχών ανάμεσα στα τώρα αστικά κράτη της Ρωσίας και της Ουκρανίας. Το 1991, μία απόπειρα από τους κατοίκους της περιοχής να πραγ-ματοποιήσουν ένα δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Κριμαίας απαγορεύτηκε από τις ουκρανικές αρχές. Μία άλλη απόπειρα το 1992, με το ερώτημα εάν οι ψηφοφόροι ήθελαν να επιστρέψει η Κριμαία στη Ρωσία, επίσης ανακηρύχθηκε παράνομη από την ουκρανική κυβέρνηση. Οι φιλορωσικές δυνάμεις στην Κριμαία προσπάθησαν ξανά να γίνει ένα δημοψήφισμα το 1994, αλλά το Κίεβο για άλλη μία φορά παρενέβη, πρώτα υποβιβάζοντας το δημοψήφισμα σε απλή συμβουλευτική ψήφο και έπειτα απαγορεύοντάς το εντελώς. Πάντως, παρόλα αυτά η ψηφοφορία προχώρησε, με συντριπτική υποστήριξη υπέρ της αυτονομίας, συμπεριλαμβανομένου σχεδόν το 83 τοις εκατό των ψηφοφόρων να υποστηρίζουν έναν όρο που θα επέτρεπε στους κατοίκους της Κριμαίας να φέρουν διπλή υπηκοότητα (ρωσική όπως και ουκρανική). Τον επόμενο χρόνο, όταν αρκετοί βουλευτές της Κριμαίας απείλησαν να προχωρήσουν σε ένα δημοψήφισμα επανένωσης με τη Ρωσία, το ουκρανικό κοινοβούλιο ακύρωσε το σύνταγμα της Κριμαίας, κατάργησε την προεδρία της, προχώρησε στον αφοπλισμό της προεδρικής φρουράς και ξεκίνησε ποινικές διαδικασίες κατά του τότε προέδρου της Κριμαίας, Γιούρι Μεσκόφ.

Η κύρια αντιπολίτευση από το εσωτερικό της Κριμαίας για την απόσχιση από την Ουκρανία προέρχεται από τους Τατάρους, έναν συντριπτικά μουσουλμανικό, τουρκικής προέλευσης λαό. Στις 26 Φεβρουαρίου, ξέσπασαν μάχες στην πρωτεύουσα της Κριμαίας Συμφερούπολη ανάμεσα σε Τατάρους και φιλορώσους διαδηλωτές, αφήνοντας πίσω δύο νεκρούς και 30 τραυματίες. Η δυσπιστία των Τατάρων απέναντι στις ρωσικές αρχές χρονολογείται από την περίοδο του Ιωσήφ Στάλιν, ο οποίος απέλασε μαζικά τους Τατάρους της Κριμαίας από την ιστορική τους πατρίδα το 1944 προς την Κεντρική Ασία και προς άλλα μέρη της Σοβιετικής Ένωσης.

Από την αντεπαναστατική καταστροφή του σοβιετικού εκφυλισμένου εργατικού κράτους το 1991-1992, έχουμε τονίσει την ανάγκη των εργαζομένων να ενωθούν μαζί στην πάλη ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση και σε κάθε έκφραση καταπίεσης, εθνικής υποδούλωσης και αντιεβραϊκής μισαλλοδοξίας. Στις 3 Απριλίου 1995 σε μία δήλωση της Διεθνούς Κομμουνιστικής Ένωσης, η οποία εκδόθηκε σε μία περίοδο που βρισκόμασταν σε καθεστώς απαγόρευσης από την Ουκρανία ως μέρος ενός αντικομμουνιστικού κυνηγιού μαγισσών, τονίζαμε ότι «σήμερα, στην προσπάθειά μας για τη διεκδίκηση και την υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων των εργαζομένων και όλων των εθνοτήτων, πιστεύουμε πως είναι αναγκαίο ένα δημοψήφισμα στην Κριμαία και την Τσετσενία» για το δικαίωμά τους να αποφασίσουν σε ποιο έθνος θέλουν να ανήκουν (Workers Vanguard, Nο 620, 7 Απριλίου 1995).

Ο λαός της Κριμαίας έχει κάθε δικαίωμα στην εθνική αυτοδιάθεση, συμπεριλαμβανομένου της ανεξαρτησίας ή της ενσωμάτωσης στη Ρωσία. Στην παρούσα συγκυρία, η άσκηση αυτού του δικαιώματος πιθανόν εξαρτάται από την υποστήριξη των ρωσικών δυνάμεων. Πράγματι, ήταν η νέα κυβέρνηση της Κριμαίας αυτή που ζήτησε τη ρωσική επέμβαση.

Για τους Μαρξιστές είναι σωστό από θέση αρχής να υποστηρίξουν τη ρωσική επέμβαση στην Κριμαία. Το ότι κάποτε η Κριμαία είχε μεταβιβαστεί στην Ουκρανία, ήταν ένα ανόητο διοικητικό σφάλμα του καθεστώτος Χρουστσόφ, αντίθετο προς την ιστορία όπως και την εθνική και γλωσσική σύσταση της Κριμαίας. Αν και απομένει να το δούμε, οι νέες αρχές έχουν τουλάχιστον στα λόγια εκφράσει ότι επιθυμούν να αποκαταστήσουν τις ανησυχίες των Τατάρων. Ο αντιπρόεδρος της Κριμαίας Ρουστάμ Τεμιργκάλιεφ έχει δηλώσει ότι η τοπική κυβέρνηση θα προσφέρει στους Τατάρους της Κριμαίας μία θέση στο Ανώτατο Συμβούλιο της Κριμαίας και η χρηματοδότηση για τα προγράμματα επανεγκατάστασης και αφομοίωσης αυτών που απελάθηκαν κατά τη διάρκεια της εποχής του Στάλιν θα είναι άφθονη. (Russia Today, 2 Μαρτίου).

Για το Δικαίωμα Όλων των Εθνών στην Εθνική Αυτοδιάθεση!

Το δικαίωμα της εθνικής αυτοδιάθεσης και άλλα εθνικά δικαιώματα έχουν εφαρμογή στους λαούς όλων των εθνών, συμπεριλαμβανομένων και μεγάλων δυνάμεων όπως η Ρωσία. Ως Μαρξιστές, πάντα απορρίπταμε τη μεθοδολογία ότι τα δημοκρατικά δικαιώματα έχουν εφαρμογή μόνο σε ορισμένους «προοδευτικούς» λαούς, σε αντίθεση με όσους χαρακτηρίζονται ως «αντιδραστικοί». Για παράδειγμα, το σιωνιστικό κράτος καταπιέζει άγρια τους Παλαιστινίους, όμως αναγνωρίζουμε τα εθνικά δικαιώματα των Ισραηλινών Εβραίων όπως και των Παλαιστινίων και είμαστε αντίθετοι στην άποψη ότι οι Εβραίοι πρέπει να πεταχτούν στη θάλασσα. Στη Βόρεια Ιρλανδία η καθολική μειονότητα είναι καταπιεσμένη από την (μικρή) προτεσταντική πλειοψηφία και το βρετανικό κράτος. Όμως αναγνωρίζουμε ότι οι προτεστάντες αποτελούν μία διακριτή κοινότητα και εναντιωνόμαστε στην εξαναγκαστική επανένωση μέσα σε ένα Ιρλανδικό καθολικό κράτος. Υποστηρίζουμε μία ιρλανδική εργατική δημοκρατία ως τμήμα μιας εθελοντικής ομοσπονδίας εργατικών δημοκρατιών στα Βρετανικά Νησιά.

Η εθνική αυτοδιάθεση είναι ένα δημοκρατικό και όχι ένα απόλυτο δικαίωμα. Η εφαρμογή του υπόκειται στις απαιτήσεις της ταξικής πάλης. Όπως ο αρχηγός των Μπολσεβίκων Β. Ι. Λένιν υπογράμμισε, η αναγνώριση του δικαιώματος της εθνικής αυτοδιάθεσης είναι ένας τρόπος να βγάλουμε το εθνικό ζήτημα από την ημερήσια διάταξη και να ενθαρρύνουμε την αγωνιστική ενότητα του προλεταριάτου, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στους εργαζόμενους από διαφορετικά έθνη να δουν ποιοι είναι οι πραγματικοί εχθροί τους – δηλαδή, οι αντίστοιχες καπιταλιστικές τάξεις. Είμαστε αδιάλλακτοι αντίπαλοι του ρωσικού εθνικισμού, όπως ακριβώς είμαστε αντίθετοι σε κάθε μορφή εθνικισμού. Έτσι, υποστηρίξαμε τους Τσετσένους στους ένοπλους αγώνες τους για ανεξαρτησία κατά των βάναυσων Ρώσων αστών καταπιεστών τους, υπό την ηγεσία του Μπόρις Γέλτσιν και του Βλαντιμίρ Πούτιν.

Με την επέμβαση στην Κριμαία, ο Πούτιν επιδιώκει να υπερασπιστεί τα συμφέροντα της καπιταλιστικής Ρωσίας κατά των δυτικών ιμπεριαλιστών, που αποσκοπούν να εγκαθιδρύσουν ένα πελατειακό κράτος στα σύνορά του. Την ίδια στιγμή, στο πλαίσιο των αυξανόμενων εχθροπραξιών σε βάρος των πολιτών ρωσικής εθνικότητας της Ουκρανίας, οι στρατιωτικοί ελιγμοί της realpolitik της Ρωσίας διασταυρώνονται με τους βαθύτερους πραγματικούς εθνικούς φόβους των Ρώσων στην Κριμαία.

Οι Εργάτες Πρέπει να Καθαρίσουν τους Δρόμους από τους Φασίστες!

Όπως η στάση μας απέναντι στη ρωσική επέμβαση στην Κριμαία δεν συνεπάγεται την παραμικρή πολιτική στήριξη στο καπιταλιστικό καθεστώς του Πούτιν, αντίστοιχα η αντίθεσή μας στο ουκρανικό πραξικόπημα δεν συνεπάγεται καμία πολιτική στήριξη στον Γιανουκόβιτς και τους φίλους του. Αυτό που ήταν απαραίτητο στην πορεία προς το πραξικόπημα ήταν η προλεταριακή ταξική ενότητα να τοποθετηθεί πάνω από τους εθνικούς και εθνοτικούς διαχωρισμούς που μαστίζουν αυτή τη χώρα. Θα ήταν προς το συμφέρον του διεθνούς προλεταριάτου να κινητοποιηθεί η εργατική τάξη της Ουκρανίας για να σαρώσει τους φασίστες από τους δρόμους του Κιέβου. Σήμερα, οπωσδήποτε θα ήταν προς το συμφέρον του προλεταριάτου ο σχηματισμός πολυεθνικών, μη σεχταριστικών εργατικών πολιτοφυλακών για να συντρίψουν τους φασίστες και να αποκρούσουν όλες και κάθε έκφραση κοινοτικής βίας.

Στο άρθρο μας «Ουκρανική Αναταραχή: Καπιταλιστικές Δυνάμεις στο Παιχνίδι του Πολέμου» (Workers Vanguard, Νο 1038, 24 Ιανουαρίου), δείξαμε τον μεγάλο ρόλο που έπαιξαν οι φασίστες στις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στην Ουκρανία. Όμως παρά τις άφθονες αποδείξεις ότι οι Νεοναζί έχουν μία ισχυρή θέση στην αντιπολίτευση που τώρα βρίσκεται στην εξουσία, οι New York Times και άλλα φερέφωνα της αμερικανικής άρχουσας τάξης ακόμα δεν εννοούν να τους αποκαλέσουν με το πραγματικό τους όνομα. Τα δυτικά ΜΜΕ εξακολουθούν να πουλάνε το ψέμα ότι αυτό το πραξικόπημα είναι το αποτέλεσμα μιας «ειρηνικής επανάστασης» για δημοκρατία και ενάντια στη διαφθορά.

Το Σβόμποντα είναι ένα φασιστικό αντιεβραϊκό κόμμα που ο ηγέτης του ο Όλεγκ Τιαγκνιμπόκ ισχυρίζεται ότι μία «Μοσχοβίτικη-Εβραϊκή μαφία» ελέγχει την Ουκρανία. Αυτό το κόμμα προέρχεται από τους Ουκρανούς εθνικιστές υπό την ηγεσία του Στέπαν Μπαντέρα, ο οποίος συνεργάστηκε στρατιωτικά με τους Ναζί κατά τον ΙΙ Παγκόσμιο Πόλεμο και διέπραξε μαζικές δολοφονίες Εβραίων, Κομμουνιστών, σοβιετικών στρατιωτών και Πολωνών. Το κόμμα αρχικά ονομαζόταν Κοινωνικό-Εθνικό Κόμμα της Ουκρανίας, μία σκόπιμη αναφορά στο γερμανικό Ναζιστικό (Εθνικοσοσιαλιστικό) κόμμα. Τον Ιανουάριο, το Σβόμποντα ηγήθηκε μίας πορείας 15.000 ατόμων με αναμμένους πυρσούς στο Κίεβο και άλλης μίας στο προπύργιό του στη Λβιβ, στη δυτική Ουκρανία, στη μνήμη του ήρωά τους Μπαντέρα.

Ακόμα πιο εξτρεμιστικές ομάδες όπως ο Δεξιός Τομέας, που θεωρεί ότι το Σβόμποντα είναι υπερβολικά «φιλελεύθερο» και «κομφορμιστικό», υπερφαλάγγισαν το Σβόμποντα στις διαδηλώσεις. Κατεβάζοντας παραστρατιωτικές συμμορίες, μετέτρεψαν την πλημμύρα των διαδηλώσεων στο Κίεβο σε επιθέσεις κατά της αστυνομίας, με σκοπό την ανατροπή της κυβέρνησης. Μετά το πραξικόπημα, οι υποστηρικτές του Δεξιού Τομέα στο Στρι, στην περιοχή της Λβιβ, κατέστρεψαν ένα εθνικό μνημείο για τους στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού που πέθαναν απελευθερώνοντας την Ουκρανία από τη Ναζιστική Γερμανία. (Δεκάδες μνημεία του Λένιν έχουν επίσης αποκαθηλωθεί τους τελευταίους μήνες). Ο Ολεξάντρ Μουζίτσκο, ηγέτης του Δυτικού Ουκρανικού τμήματος της ομάδας, έχει δεσμευτεί ότι θα πολεμήσει ενάντια των «Εβραίων, κομμουνιστών και Ρώσων καθαρμάτων μέχρι να πεθάνω». Επιβεβαιώνοντας τον έλεγχο της κατάστασης από τον Δεξιό Τομέα, ο Μουζίτσκο δήλωσε ότι τώρα που η κυβέρνηση έχει ανατραπεί, «θα υπάρξει τάξη και πειθαρχία» ή «τα αποσπάσματα του Δεξιού Τομέα θα εκτελέσουν επί τόπου τους μπάσταρδους».

Στο βαθμό που τώρα υπάρχει μία κυβέρνηση στην μεταπραξικοπηματική Ουκρανία, οι νόμοι της υπαγορεύονται σε μεγάλο βαθμό από αυτές τις Νεοναζιστικές, Ρωσοφοβικές, αντιεβραϊκές υπερεθνικιστικές μονάδες. Επιπρόσθετα της αφαίρεσης του επίσημου χαρακτήρα των μειονοτικών γλωσσών, το νέο καθεστώς επίσης απαγόρευσε στις δυτικές περιοχές της Ουκρανίας το «Κομμουνιστικό» Κόμμα της Ουκρανίας (KΚO), το οποίο συνεργάστηκε ανοιχτά με το αστικό καθεστώς του Γιανουκόβιτς, καθώς επίσης και με το Κόμμα των Περιοχών του Γιανουκόβιτς. Το ΚΚΟ, που ισχυρίζεται ότι διαθέτει 115.000 μέλη και πάνω από 2 εκατομμύρια ψηφοφόρους, αναφέρει ότι οι υποστηρικτές του έχουν κακοποιηθεί και ξυλοκοπηθεί και ότι η κατοικία του ηγέτη του ΚΚΟ κάηκε ολοσχερώς. Εντωμεταξύ, ένας ραβίνος του Κιέβου ο οποίος αναφέρει «συνεχείς προειδοποιήσεις σχετικά με προθέσεις για επιθέσεις κατά εβραϊκών ιδρυμάτων», ζήτησε από τον εβραϊκό πληθυσμό να εγκαταλείψει την πόλη και αν είναι δυνατόν και τη χώρα. Πραγματικά, στις 24 Φεβρουαρίου, μία εβραϊκή συναγωγή κάηκε μετά από μία βομβιστική επίθεση στο Ζαπορόζγιε στη νοτιοανατολική Ουκρανία. Σε μια δήλωση της 3ης Μαρτίου το ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών ανέφερε, «Οι σύμμαχοι της δύσης είναι τώρα πέρα για πέρα Νεοναζί που καταστρέφουν ορθόδοξες εκκλησίες και συναγωγές».

Η παρούσα κρίση στην Ουκρανία επισπεύτηκε από την απόφαση του Γιανουκόβιτς να απορρίψει μία «συνεργασία» με την ΕΕ. Αυτή η συμφωνία συνδεόταν με ένα δάνειο από το ΔΝΤ που θα οδηγούσε την εργατική τάξη της Ουκρανίας στη λιμοκτονία, όπως έγινε με τους Έλληνες και με άλλους. Η βοηθός Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ για τις Ευρωπαϊκές και Ευρασιατικές Υποθέσεις Βικτόρια Νούλαντ, η αντιπρόσωπος της ΕΕ για τις Εξωτερικές Υποθέσεις Κάθριν Άστον, ο αμερικανός γερουσιαστής Τζον ΜακΚέιν και πλήθος άλλοι Αμερικανοί και Ευρωπαίοι πολιτικοί έσπευσαν στην πλατεία Μαϊντάν στο Κίεβο για να ενθαρρύνουν τους διαδηλωτές και να δείξουν την υποστήριξή τους. Στις 17 Δεκεμβρίου, ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν πρόσφερε στον Γιανουκόβιτς που βρισκόταν σε δραματική ανάγκη ρευστού ένα δάνειο 15 δις δολαρίων [10,9 δις ευρώ] και μείωση των τιμών του φυσικού αερίου. Ενώ είναι μακριά από το να βγάλει τη χώρα από τη φτώχεια, θα ήταν μία προσωρινή ανάσα για την Ουκρανία, που κινδυνεύει να χρεοκοπήσει. Το δάνειο του Πούτιν καταδικάστηκε αμέσως από την αμερικανική Γερουσία ως «ρωσικός οικονομικός εξαναγκασμός».

Σε κάθε επίπεδο, αυτό που συμβαίνει στην Ουκρανία είναι προϊόν της καπιταλιστικής αντεπανάστασης που κατέστρεψε το γραφειοκρατικά εκφυλισμένο σοβιετικό εργατικό κράτος και αφάνισε τις οικονομίες και τους λαούς των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών. Η ουκρανική οικονομία, η οποία είχε ενσωματωθεί σε μία Πανενωσιακή οικονομική διαίρεση της εργασίας, δέχτηκε ένα ισχυρό πλήγμα. Το επίπεδο ζωής σε ολόκληρη την πρώην ΕΣΣΔ βούλιαξε. Στην Ουκρανία οι πραγματικοί μισθοί το 2000 ήταν στην καλύτερη περίπτωση μόλις το ένα τρίτο των επιπέδων του 1991, ενώ η βιομηχανική απασχόληση έπεσε κατά 50 τοις εκατό στο διάστημα μεταξύ 1991-2001.

Ως μία πρώην Σοβιετική Δημοκρατία, η Ουκρανία εξαρτάται ακόμη σε μεγάλο βαθμό από τη Ρωσία. Ο μεγάλος όγκος της βιομηχανίας – η παραγωγή ατσαλιού, μετάλλων, σιδηροδρομικών οχημάτων και πυρηνικού εξοπλισμού – βρίσκεται στην έντονα ρωσοποιημένη και ορθόδοξη ανατολική Ουκρανία, όχι στην πιο γεωργική και Ουνιτική καθολική δύση. Αυτές οι βιομηχανίες, κρίσιμης σημασίας για τη Ρωσία, δεν έχουν καμία αξία για τους δυτικούς ιμπεριαλιστές, που αποσκοπούν στην διάλυσή τους.

Ο πληθυσμός της Ουκρανίας των 46 εκατομμυρίων είναι βαθιά διχασμένος, με μεγάλο μέρος της δυτικής Ουκρανίας να παίρνει θέση υπέρ των στενότερων δεσμών με την ΕΕ ενώ οι ανατολικές και νότιες περιοχές αποβλέπουν στη Ρωσία για υποστήριξη. Η χώρα είχε επίσης πολωθεί ανάμεσα στις διεφθαρμένες συμμορίες των καπιταλιστών μεγιστάνων που προηγουμένως έκαναν χάρες ο ένας στον άλλον, ενώ χόρταιναν την απληστία τους με την κλοπή του βιομηχανικού πλούτου που συσσωρευόταν επί δεκαετίες από την πολυεθνική σοβιετική εργατική τάξη. Μερικοί από αυτούς τους ολιγάρχες, με όρεξη για περισσότερες ευρωπαϊκές επενδύσεις, προσανατολίζονται προς τη Δύση. Στο μεταξύ, η στήριξη στον Γιανουκόβιτς προερχόταν από την ανατολική Ουκρανία και την Κριμαία, που έχει εμπορικές σχέσεις με τη Ρωσία.

Η ουκρανική εργατική τάξη, που είχε επιδείξει μαχητικότητα στις αρχές της δεκαετίας του 1990 στην ανατολική βιομηχανική περιοχή του Ντόνετσκ, ως τώρα έχει παραμείνει σιωπηλή ως τάξη. Αναμφίβολα οι εργάτες τρέφουν ελάχιστη συμπάθεια προς τον αρχηγό της μαφίας Γιανουκόβιτς. Όμως το φιλοϊμπεριαλιστικό πραξικόπημα στην Ουκρανία, που έφεραν στη χώρα οι φασίστες, προσφέρει την εργατική τάξη για ακόμα αγριότερη εκμετάλλευση από τους ιμπεριαλιστές.                

Ανταγωνισμοί των Μεγάλων Δυνάμεων

Η συμπαράταξη με τους ακραίους αντιδραστικούς και τους φασίστες δεν έχει ενοχλήσει ποτέ τους ιμπεριαλιστές «δημοκράτες» των Ηνωμένων Πολιτειών. Στην πραγματικότητα, οι οπαδοί του Μπαντέρα είναι παλιοί φίλοι της Ουάσιγκτον. Μετά τον ΙΙ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι δυτικές μυστικές υπηρεσίες προστάτευσαν τις μονάδες του Μπαντέρα και τις μετέτρεψαν σε δυνάμεις ανταρτών κατά των Σοβιετικών κάνοντάς τες επίσης στήριγμα για το Radio Free Europe. Σήμερα, που υπάρχει ανάγκη ακόμα μεγαλύτερης λιτότητας για να διατηρηθεί η ροή των κερδών, η ουκρανική άρχουσα τάξη και οι ιμπεριαλιστές νονοί της ίσως βρίσκουν τους φασίστες χρήσιμους για να εκτρέψουν την επικέντρωση της κοινωνικής δυσαρέσκειας από τους ολιγάρχες και τους ξένους καπιταλιστές στις μειονότητες, όπως οι Εβραίοι και οι μετανάστες ή να συντρίψουν τους μαχητικούς εργάτες και τους αριστερούς.

Το πρώτο διάστημα που ήταν στην εξουσία ο Μπαράκ Ομπάμα, μίλησε για απόπειρα «αποκατάστασης» των σχέσεων με τη Ρωσία. Ωστόσο, η στάση των ΗΠΑ απέναντι στη Ρωσία σήμερα, θυμίζει κάτι από τις μέρες των αδελφών Ντάλες στη δεκαετία του 1950 στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου, με τη δυσφήμιση της Ρωσίας ως ένα θέμα σταθερά επαναλαμβανόμενο και από τα ΜΜΕ και από τους πολιτικούς των ΗΠΑ. Όμως η εχθρότητα των ιμπεριαλιστών των ΗΠΑ προς τη Ρωσία δεν σκοπεύει πια στην ανατροπή των κολλεκτιβοποιημένων σχέσεων ιδιοκτησίας που εγκαθιδρύθηκαν με την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917. Μάλλον, αποτελεί μία έκφραση της πολιτικής μιας «μεγάλης δύναμης».

Επτά δεκαετίες σχεδιασμένης οικονομίας μετέτρεψαν τη Σοβιετική Ρωσία από μία κυρίως αγροτική σε μία κυρίως αστικοποιημένη χώρα, σχεδόν ίση με τις ΗΠΑ σε στρατιωτικό επίπεδο, με καταρτισμένο εργατικό δυναμικό και έναν πολύ σημαντικό αριθμό επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού υψηλής εκπαίδευσης. Χάρη κυρίως στην υψηλή τιμή του πετρελαίου και του φυσικού αερίου τα τελευταία χρόνια, η ρωσική οικονομία έχει αναρρώσει από την καταστροφή της «θεραπείας σοκ», που έφερε η καπιταλιστική αντεπανάσταση. Η Ρωσία είναι η μεγαλύτερη παραγωγός πετρελαίου και φυσικού αερίου στον κόσμο και ακόμα διαθέτει ένα μεγάλο πυρηνικό οπλοστάσιο. Επίσης κατέχει μία μόνιμη θέση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και τη δύναμη κατά καιρούς να είναι ένα αγκάθι στα πλευρά των ΗΠΑ, όπως όταν ο Ομπάμα απείλησε να επιτεθεί στη Συρία τον περασμένο χρόνο.

Οι ΗΠΑ, στη συνεχή επιδίωξή τους για την παγκόσμια ηγεμονία, έχουν προσπαθήσει να περιορίσουν τη δύναμη της Ρωσίας ως τοπικής δύναμης, επεκτείνοντας συνεχώς το ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη και επιχειρώντας να εγκαταστήσουν βολικά καθεστώτα με μία σειρά χρωματιστών «επαναστάσεων» στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Οι ΗΠΑ έχουν επίσης εγκαταστήσει βάσεις κατά μήκος της Κεντρικής Ασίας και σε άλλα σημεία της Ρωσικής περιφέρειας. Αυτή η στρατιωτική επέκταση έχει στόχο την περικύκλωση όχι μόνο της καπιταλιστικής Ρωσίας αλλά επίσης της Κίνας, του μεγαλύτερου και ισχυρότερου γραφειοκρατικά παραμορφωμένου εργατικού κράτους που έχει απομείνει. Από την πλευρά της, η Ρωσία έχει πάμπολλες φορές συναινέσει με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Για παράδειγμα, από το 2009 η Ρωσία έχει επιτρέψει στις ΗΠΑ να μεταφέρουν στρατεύματα και όπλα στο Αφγανιστάν μέσω του εναέριου χώρου της, ενώ πριν είχε περιορίσει τη μεταφορά μέσω της επικράτειάς της σε «μη θανατηφόρα» εφόδια.

Με υποκρισία που κόβει την ανάσα, οι ΗΠΑ και η ΕΕ – σέρνοντας ξοπίσω τους τα μιντιακά τους φερέφωνα – καταδικάζουν τη Ρωσία για «ανάμειξη» στις υποθέσεις της Ουκρανίας. Στην πραγματικότητα, οι ιμπεριαλιστές είναι αυτοί που έχουν απλώσει τα βρόμικα χέρια τους σε όλη την Ουκρανία. Όταν τον προηγούμενο μήνα διέρρευσε μία τηλεφωνική συνομιλία ανάμεσα στη Βικτόρια Νούλαντ και τον Τζέφρι Πίατ, τον αμερικανό πρέσβη στην Ουκρανία, όλο το ενδιαφέρον των ΜΜΕ επικεντρώθηκε γύρω από τη δήλωσή της, «Γαμήστε την ΕΕ». Έμεινε στην αφάνεια το γεγονός ότι επρόκειτο για μία λογομαχία σχετικά με το ποιος έπρεπε να αναλάβει την εξουσία μετά τον Γιανουκόβιτς, με την Νούλαντ να απορρίπτει κατηγορηματικά την πιθανότητα του πρώην πυγμάχου Βιτάλι Κλίτσκο, που προωθούσε ο γερμανικός ιμπεριαλισμός (ο Κλίτσκο στην πραγματικότητα πληρώνει φόρους στη Γερμανία). Όπως πολύ ταιριαστά περιέγραψε το τηλεφώνημα ο καθηγητής Στίβεν Κοέν σε συνέντευξή του στο Democracy Now! στις 20 Φεβρουαρίου, «Η ανώτατη αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, η οποία λογικά εκπροσωπεί τη διακυβέρνηση Ομπάμα και ο αμερικανός πρέσβης στο Κίεβο, για να το πούμε χωρίς περιστροφές, σχεδίαζαν ένα πραξικόπημα εναντίον του εκλεγμένου προέδρου της Ουκρανίας».

Στο πρόσφατο πραξικόπημα, η ΕΕ – με επί κεφαλής τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Πολωνία – έχει παίξει έναν εξέχοντα ρόλο ως πολιορκητικός κριός υπέρ της λιτότητας του ΔΝΤ. Η ΕΕ είναι ένα ιμπεριαλιστικό εμπορικό μπλοκ υπό την ηγεμονία της Γερμανίας και η «προσφορά» συνεργασίας θα βύθιζε σε ακόμα μεγαλύτερη φτώχεια την ουκρανική εργατική τάξη. Το δάνειο από το ΔΝΤ σε σύνδεση με τη συμφωνία με την ΕΕ ορίζει ρητά ότι η Ουκρανία δεν μπορεί να δεχτεί καμία οικονομική στήριξη από τη Ρωσία. Απαιτεί τη δραστική μείωση των επιδοτήσεων του φυσικού αερίου και του πετρελαίου για τους Ουκρανούς, κάνοντας αδύνατο για πολλούς να ζεστάνουν τα σπίτια τους τον παγερό χειμώνα και επιπλέον απαιτεί δραστικότερες και περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων υπηρεσιών και βιομηχανιών. Εν συντομία, θα εξασφάλιζε τη μαζική οικονομική στέρηση του εργαζόμενου λαού της Ουκρανίας, ανατολικά και δυτικά.

Ειρωνικά, ο Γιανουκόβιτς, που ήταν κάτι περισσότερο από πρόθυμος να συνεργαστεί με την ΕΕ, πιθανότατα απέρριψε τη συμφωνία δανεισμού γιατί φοβόταν ότι δε θα επιβίωνε πολιτικά με τις κοινωνικές συνέπειες του πακέτου λιτότητας που τη συνόδευε. Η Ουκρανία χρειάζεται γύρω στα 35 δις δολάρια [25,4 δις ευρώ] απλώς και μόνο για να εκπληρώσει τις δανειακές της υποχρεώσεις για τα επόμενα δύο χρόνια. Όμως στην πραγματικότητα δεν προσφέρονται πολλά από την ΕΕ και τους αμερικανούς ιμπεριαλιστές.

Φιλοϊμπεριαλιστές Σοσιαλιστές

Τα δυτικά αστικά ΜΜΕ εργάζονται μέρα νύχτα για να προβάλουν τις αντιδραστικές διαδηλώσεις στο Κίεβο ως μία «μάχη για τη δημοκρατία» και να συγκαλύψουν το ρόλο των απροκάλυπτα δηλωμένων Νεοναζί. Σε αυτό βοηθήθηκαν από τους ρεφορμιστές του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (SWP), αδερφή οργάνωση του ΣΕΚ στην Ελλάδα. Σ’ ένα άρθρο του ηγέτη του κόμματος Άλεξ Καλλίνικο με τον τίτλο «Ο Πούτιν ανεβάζει τον πήχη στην ιμπεριαλιστική κρίση της Κριμαίας» (socialistworker.co.uk, 22 Μαρτίου) περιγράφει τις διαδηλώσεις που έδιωξαν τον Γιανουκόβιτς ως «ένα αυθεντικό λαϊκό κίνημα ενάντια στον σημερινό εξόριστο πρόεδρο». Το SWP αναγνωρίζει ότι αυτό που δειλά ονομάζει «άκρα δεξιά» έχει «παίξει ένα σημαντικό ρόλο στην κατάληψη της ‘Ευρω-Μαϊντάν’ στο Κίεβο», αλλά υποστηρίζει ότι «αυτοί που ισχυρίζονται ότι η ανατροπή Γιανουκόβιτς ήταν ένα ‘φασιστικό πραξικόπημα’ παπαγαλίζουν την προπαγάνδα της Μόσχας».

Το SWP δεν αναγνωρίζει πουθενά το δικαίωμα της εθνικής αυτοδιάθεσης του ρωσικού πληθυσμού της Κριμαίας. Μάλλον, παπαγαλίζοντας τη βρετανική καπιταλιστική προπαγάνδα, το SWP υπαινίσσεται ότι η μαζική ψήφος υπέρ της επανένωσης με τη Ρωσία ήταν παράτυπη «με επιβεβαίωση την υπάρχουσα πραγματικότητα με τα ρωσικά στρατεύματα επί του εδάφους της». Το SWP αρνείται την απειλή που τίθεται κατά των μειονοτήτων της Ουκρανίας, ισχυριζόμενο ότι «πέρα από μία κοινοβουλευτική ψήφο στο Κίεβο που αφαιρεί τα ρωσικά από το καθεστώς της επίσημης γλώσσας, υπάρχουν ελάχιστες αποδείξεις οποιασδήποτε πραγματικής απειλής για τους ρωσόφωνους».

Στο θεωρητικό περιοδικό του, το SWP αναζητά ένα πιο «Μαρξιστικό» λούστρο για τον οπορτουνισμό του. Αναγνωρίζοντας «το ρόλο των φασιστικών δυνάμεων στα γεγονότα» στην Ουκρανία, το SWP ισχυρίζεται ότι: «Οι διαδηλώσεις της Ουκρανίας στην Ευρω-Μαϊντάν απεικονίζουν την αντιφατική φύση των κινημάτων, τα οποία στο πλαίσιο μιας κοινωνικής κρίσης μπορεί να μετακινηθούν είτε προς τα αριστερά είτε σε αυτό που ονόμασε ο Λέον Τρότσκι ‘αντεπαναστατική πολιτική της απελπισίας’» (Socialist Review, Μάρτιος 2014). Το SWP συστηματικά γίνεται ουραγός σε κάθε μαζικό κίνημα, άσχετα από το πόσο αντιδραστική είναι η ηγεσία και το πρόγραμμά του και στο τέλος καταλήγει στο κρεβάτι με τους χειρότερους εχθρούς του προλεταριάτου, από τον Χομεϊνί στο Ιράν το 1979 μέχρι τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και στη συνέχεια τους βοναπαρτιστές στρατηγούς στην Αίγυπτο σήμερα.

Το άρθρο του Socialist Review ισχυρίζεται ότι «Όταν η αναταραχή άρχισε τον περασμένο Νοέμβριο υπήρξε ένα προοδευτικό στοιχείο στις διαδηλώσεις με τη συμμετοχή πολλών εργατών και φοιτητών». Αφελείς ομάδες της αριστεράς, συνδικαλιστές και ομοφυλόφιλοι ακτιβιστές που προσπάθησαν να συμμετέχουν στις διαδηλώσεις εκδιώχτηκαν από την πλατεία με τη δύναμη των όπλων και ξυλοκοπήθηκαν. Το SWP είναι συνηθισμένο στη συντροφιά των αρχιαντιδραστικών. Από τη δημιουργία του τη δεκαετία του 1950, η διεθνής τάση του SWP πάντοτε έπαιρνε το μέρος του «δημοκρατικού» ιμπεριαλισμού. Στο ξέσπασμα του Πολέμου της Κορέας, το SWP εγκατέλειψε τον Τροτσκισμό με την άρνησή του να υπερασπιστεί τη Σοβιετική Ένωση, την Κίνα και τη Βόρεια Κορέα, συνεχίζοντας να στηρίζει όλες και κάθε δύναμη που τασσόταν εναντίον του σοβιετικού εργατικού κράτους στο όνομα του «αντισταλινισμού». Αυτό περιελάμβανε τον εξωραϊσμό του Στρατηγού Αντρέι Βλασόφ, του ηγέτη των Ρώσων φασιστών που πολέμησαν στο πλευρό των Ναζί του Χίτλερ στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η Ρωσική Επανάσταση και το Εθνικό Ζήτημα

Το Μπολσεβίκικο κόμμα που ηγήθηκε στην Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 υποστήριξε ακλόνητα την ισότητα όλων των εθνών, λαών και γλωσσών. Οι Μπολσεβίκοι ήταν αντίθετοι σε οποιαδήποτε μορφή εθνικής ανισότητας ή προνομίων. Αυτό τους έδωσε τη δυνατότητα να συσπειρώσουν τους εργαζόμενους – Ρώσους, Εβραίους, Αρμένιους, Αζερμπαϊτζανούς, Ουκρανούς κλπ – για να ανατρέψουν την εξουσία των καπιταλιστών και των γαιοκτημόνων.

Για αρκετά από τα πρώτα χρόνια μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, οι Μπολσεβίκοι υπεράσπισαν με επιμονή τα δικαιώματα των διάφορων λαών και εθνοτήτων στη χώρα. Για παράδειγμα, η Αυτόνομη Δημοκρατία της Κριμαίας εγκαθιδρύθηκε το 1921 στο πλαίσιο της Ρωσικής Ομοσπονδίας· περίπου το ένα πέμπτο του πληθυσμού της ήταν Τάταροι της Κριμαίας. Τα πρώτα χρόνια της σοβιετικής εξουσίας σημειώθηκε μία αξιοσημείωτη ανάπτυξη της εθνικής κουλτούρας των Τατάρων της Κριμαίας: οι Τάταροι ίδρυσαν εθνικά κέντρα ερευνών, μουσεία, βιβλιοθήκες και θέατρα. Όμως, με το θρίαμβο και την εδραίωση της Σταλινικής γραφειοκρατίας που άρχισε το 1923-24, ο Μεγάλος Ρωσικός σοβινισμός άρχισε να ανθίζει. Με τα χρόνια, σταμάτησε η διδασκαλία της γλώσσας και της λογοτεχνίας των Τατάρων της Κριμαίας και απαγορεύτηκαν όλες οι εκδόσεις στη γλώσσα τους.     

Όταν οι Ναζί εισέβαλαν στη Σοβιετική Ένωση το 1941, ένα τμήμα των Τατάρων τους καλωσόρισε ως απελευθερωτές. Όμως πολλοί άλλοι Τάταροι πολέμησαν στο Σοβιετικό Στρατό εναντίον της Γερμανίας. Ο Στάλιν τότε εκδικητικά επέβαλε συλλογική τιμωρία στον ταταρικό πληθυσμό της Κριμαίας. Το 1944, περίπου 180.000 Τάταροι απελάθηκαν στην Κεντρική Ασία και σε άλλα μέρη της ΕΣΣΔ. Οι Τσετσένοι και οι Γερμανοί του Βόλγα είχαν παρόμοια μεταχείριση. Σχεδόν το μισό των Τατάρων πέθαναν στο δρόμο για την εξορία. Ήταν μόλις το 1967 όταν οι σοβιετικές αρχές άρχισαν την «αποκατάσταση» των Τατάρων. Μόνο δύο δεκαετίες αργότερα τους επιτράπηκε να αρχίσουν να επιστρέφουν στην Κριμαία, προξενώντας μεγάλη πίκρα ανάμεσα στους Τατάρους.

Ωστόσο, θα ήταν σφάλμα να δούμε τις εθνικές σχέσεις στο σοβιετικό εκφυλισμένο εργατικό κράτος ως μία απλή συνέχεια της τσαρικής φυλακής των λαών. Οι πολιτικές της Σταλινικής γραφειοκρατίας είχαν ένα αντιφατικό αντίκτυπο. Η ύπαρξη μιας κοινωνικοποιημένης οικονομίας, κεντρικά σχεδιασμένης, παρείχε τις υλικές βάσεις για την ανάπτυξη των πιο καθυστερημένων περιοχών της ΕΣΣΔ, όπως η σοβιετική Κεντρική Ασία. Η Ουκρανία προχώρησε σε σημαντική εκβιομηχάνιση και ανάπτυξη. Το επίτευγμα της πλήρους απασχόλησης, η ιατρική περίθαλψη για όλους και άλλα οφέλη υπονόμευσαν τις πιο δηλητηριώδεις μορφές του αστικού εθνικισμού και του αντισημιτισμού που τροφοδοτούνταν από τις δυσαρέσκειες της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ο Κόκκινος Στρατός συνέτριψε τους Ναζί εισβολείς στον ΙΙ Παγκόσμιο Πόλεμο, απελευθερώνοντας την Ουκρανία από τα φασιστικά καθάρματα.

Με την παλινόρθωση του καπιταλισμού στην πρώην Σο-βιετική Ένωση, επέστρεψαν όλα τα «παλιά σκατά», οδηγώντας σε οξεία εντατικοποίηση της ενδοκοινοτικής βίας και στην γρήγορη εξάπλωση του εθνικού μίσους, φέρνοντας τους εργαζόμενους αντιμέτωπους μεταξύ τους σε μία κανιβαλική σύγκρουση για την επιβίωση. Όπως σημειώσαμε στο παρελθόν, η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης αποκάλυψε μία κατάσταση σημαντικής αλληλοδιείσδυσης των λαών και των οικονομικών παραγωγικών μονάδων, οι οποίες κληρονομήθηκαν από και συνδέθηκαν στενά σε μία γραφειοκρατικά συγκεντρωτική σχεδιασμένη οικονομία. Αυτή είναι η κατάσταση στην Ουκρανία, ιδιαίτερα στις ανατολικές περιοχές.

Το μέλλον κάτω από τον καπιταλισμό είναι ζοφερό. Περαιτέρω οικονομική εξαθλίωση θα μπορούσε κάλλιστα να οδηγήσει σε αυξημένη δυσαρέσκεια και αλληλοσπαραγμό ανάμεσα σε διαφορετικές εθνικές ομάδες, με μία αιματηρή «επίλυση» του εθνικού ζητήματος. Όπως σημειώσαμε κλείνοντας το άρθρο για την Ουκρανία στο Workers Vanguard, Νο 1038 (24 Ιανουαρίου): «Το κρίσιμο καθήκον είναι να σφυρηλατήσουμε Λενινιστικά-Τροτσκιστικά κόμματα που θα εξαπολύσουν έναν αδιάλλακτο αγώνα ενάντια σε όλες τις εκδηλώσεις εθνικισμού και σοβινισμού των μεγάλων δυνάμεων ως μέρος μιας υπομονετικής μα και επίμονης προπαγάνδας με στόχο να κερδίσει το προλεταριάτο στο πρόγραμμα της διεθνούς σοσιαλιστικής επανάστασης.»